4/22/13


ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΘΩΜΑΗΣ



 Είναι είκοσι χρονών αγόρια, φοιτητές ή άνεργοι στη δεκαετία του ’80.
Περπατάνε τη νύχτα σε δρόμους αμαρτωλής, κατά κόσμο, συνοικίας και μπαίνουν σε μπαράκια να πιούν σφηνάκια με μπύρα για νερό, σε ρυθμούς τζαζ ή ροκ, αδιάκριτα. Παρ’ όλους τους θορύβους της αμαρτίας και τα χρώματα της νύχτας, τα παιδιά- άγγελοι κράτησαν ανέπαφα τα μάτια τους και την αγάπη.
 Φαίνονται έτοιμοι να δραπετεύσουν,όταν κάποιος κίνδυνος εμφανίζεται όχι στο σώμα αλλά στην ψυχή τους.
 Άγγελοι, αρσενικοί όμως, και μόνο λίγοι είναι οι χαμένοι στο γένος τους, μα ξέρουν πως τους αγαπούν τα χέρια της ζωγράφου και ησυχάζουν στα χρώματά της.
 Καμαρώνουν τα φτερά τους, τα δείχνουν και δείχνονται μέσα απ’ αυτά. Τα χρώματά τους μέσα στην τέλεια αρμονία, και το μέγεθος, τεράστιο πίσω από την κορνίζα τους. Ελάχιστο χωράει ο πίνακας, το σύνολο έξω απ’ αυτήν, ελεύθερα πετούν κι ο θόρυβος ακούγεται.
Θα ήταν πταίσμα της ζωγράφου αν τα φυλάκιζε ολόκληρα.
 Η μέρα φαίνεται να μην ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους. Αυτό το ανελέητο φως της ελληνικής μέρας τους θορυβεί, γιατί άλλοι είναι αυτοί και άλλο το ίματζ της μικρής τους πόλης. Όμως η ζωγράφος τους έδωσε αρκετό θάρρος για την αντιμετώπισή της. Τα μακριά τους μαλλιά θυμίζουν τα της Αφροδίτης του Μποντιτσέλι Άλλες φορές ως μετάξι χαϊδεύουν χέρια ευγενών κι΄άλλες πάλι δέσμες αυστηρές, έναντι εκείνου που τα μέμφεται.
 Τα πρόσωπα όλων μόνο ήθος και αρετή φωτογραφίζουν. Τα χρώματα τους έχουν αποχρώσεις μείγματος καφέ και κίτρινου και δίνουν φως ελληνικού ανοιξιάτικου μεσημεριού.
 Όταν εκτίθενται σε μάτια αγνώστων, κοκκινίζουν μπρός σ’ ένα επιτηδευμένο ηθικά κοίταγμά τους. Φαίνονται σαν κυνηγημένα, φοβούμενα μήπως και χάσουν το υπόλοιπο του ήθους.
Και υπολογίζουν όσο τίποτα σ’ αυτό για το καλό της ηρεμίας τους.
 Τρέχουν στη νύχτα, να χαθούν στην καπνισμένη, δήθεν αμαρτωλή ατμόσφαιρα άφωτου μπαρ. Το φως των μαλλιών, φωτοστέφανο που η αποστολή του στον αιώνα μας αλλιώτικη εκείνης των αγίων είναι. Γίνεται δώρο στο πρόσωπο του αγγέλου του ερωτικού, που εξαγνίστηκε μέσα στη νύχτα, όταν η μέρα τον απεμπόλησε.
 Αν δείτε καλά τα μάτια τους φωτίζουν μέσα στο σκούρο-μαύρο της νύχτας και με την αγάπη της ζωγράφου στέκονται σεμνά, με γνώση ελαττωμάτων τε και προτερημάτων απέναντι στο αδιάντροπο της μέρας φως.
 Ασφαλείς στο μισοσκόταδο και ανασφαλείς, οι έρωτές τους μέσα στη μέρα, φοβούμενοι μην τους δούν και τους προσβάλλουν οι ανέραστοι που απεχθάνονται τη νύχτα. Τα χρώματα τους  κάνουν τόσο αληθινούς που σου εξομολογούνται, χωρίς να τους ρωτήσεις, ποιόν αγαπούν και ποιόν όχι.
 Ποτέ δεν σου δίνουν το δικαίωμα να πιστέψεις ότι κάποιον μισούν. Αυτό το φως που βλέπετε το ποικίλο είναι χώρου κλειστού, του δωματίου του παλιού- ωραίου της ζωγράφου, σ’ όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας.
Ερημικό κατάδικό της κι αυτό, που αφήνει τα παράθυρα ανοικτά και φυλάει αυστηρά την πόρτα.
 Το έκανε έτσι για να στεγάζονται οι άγγελοι τη μέρα ως τις έντεκα πριν τα μεσάνυχτα.
 Ύστερα όλοι μαζί και η ζωγράφος παίρνουν τους δρόμους για να ερωτευτούν.

                                                             Βασίλης Σιουζουλής.


         





No comments:

Post a Comment

Note: Only a member of this blog may post a comment.